Βιβλιοθεραπεία (2): Η εμφάνιση και η εξέλιξή της

(ΣΥΝΕΧΕΙΑ)

Οι απαρχές

Ήδη από την αρχαιότητα ήταν γνωστή η χρήση των βιβλίων για θεραπευτικούς σκοπούς. Ωστόσο, στις περισσότερες περιπτώσεις, τα βιβλία αυτά συνδέονταν με τη θρησκεία και τη θετική επίδραση που μπορεί να είχαν τα μηνύματά της στην ψυχική υγεία των ατόμων, μέσα από την ανάγνωση των σχετικών κειμένων.

Στη νεώτερη εποχή, η χρήση βιβλίων στη θεραπεία των ψυχικών διαταραχών ξεκίνησε στα τέλη του 19ου αιώνα στη Γαλλία, στην Ιταλία και στην Αγγλία, για να περάσει στη συνέχεια στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, όπου είχε ιδιαίτερα μεγάλη εξέλιξη. Ο όρος Βιβλιοθεραπεία εμφανίστηκε για πρώτη φορά τον Αύγουστο του 1916, σε ένα άρθρο του  Samuel McCord Crothers που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό  Atlantic Monthly[1], σχετικά με τη θεραπευτική χρήση των βιβλίων και της ανάγνωσης. Ουσιαστικά, όμως, η ανάπτυξη της Βιβλιοθεραπείας άρχισε στη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου μέσα στα νοσοκομεία, κυρίως τα στρατιωτικά,  και στους χώρους των βιβλιοθηκών που υπήρχαν ή δημιουργήθηκαν μέσα σ’ αυτά. Η ανάγνωση των βιβλίων άρχισε να χρησιμοποιείται, τότε, από τους βιβλιοθηκονόμους, αλλά και από εθελοντές, με στόχο να βοηθήσει τους τραυματισμένους στρατιώτες να αναρρώσουν γρηγορότερα και να ξεπεράσουν τα ψυχικά τραύματα που είχε αφήσει η συμμετοχή τους στον πόλεμο.

Στα τέλη της δεκαετίας του ’20 και στις αρχές της δεκαετίας του ‘30, αρχίζει η άνθιση της Βιβλιοθεραπείας με τη δημοσίευση πολλών άρθρων που αναφέρονταν στη θεραπευτική χρήση των βιβλίων, ενώ, την ίδια εποχή, στην περίφημη ψυχιατρική κλινική Menninger των Η.Π.Α., οι Κarl και William Menninger εφαρμόζουν συστηματικά την ανάγνωση βιβλίων ως επικουρικό θεραπευτικό μέσον θεραπείας για άτομα τα οποία πάσχουν από μέτριου βαθμού νευρώσεις, αλκοολισμό και άλλα προβλήματα που συνδέονται με την ψυχική υγεία.

 Η Βιβλιοθεραπεία περνάει και στο πεδίο της εκπαίδευσης. Το 1928 ο Edwin Starbuck δημοσιεύει το βιβλίο “Guide to Childrens Literature for Character Training” με συμπεράσματα και ερευνητικά δεδομένα από την εφαρμογή ενός προγράμματος που χρησιμοποιούσε μεθόδους ανάπτυξης του χαρακτήρα των παιδιών, μέσα από τη χρήση της λογοτεχνίας, κυρίως παραμυθιών και μύθων (Rubin σ. 14), ενώ το 1946, η Βιβλιοθεραπεία αρχίζει να χρησιμοποιείται ως βοηθητικό μέσον για παιδιά που αντιμετωπίζουν προβλήματα συμπεριφοράς και κοινωνικής προσαρμογής[2].

Στα χρόνια που θ’ ακολουθήσουν, αρχίζει να αναγνωρίζεται ευρύτερα η θετική επίδραση των βιβλίων στην ψυχική υγεία, δημοσιεύονται μια  σειρά σχετικά άρθρα, ενώ στο χώρο των ανώτατων ιδρυμάτων γίνονται έρευνες σχετικά με τη θεραπευτική δύναμη της ανάγνωσης.

Η επιστημονική προσέγγιση της Βιβλιοθεραπείας

Το 1949, η Caroline Shrodes, στο πλαίσιο της διδακτορικής της διατριβής στον τομέα της ψυχολογίας με θέμα «Bibliotherapy: A theoretical and clinicalexperimental study»[3],  διεξάγει μια πρωτοποριακή έρευνα, διατυπώνοντας έτσι το θεωρητικό πλαίσιο της Βιβλιοθεραπείας και βάζοντας ταυτόχρονα τις βάσεις για την επιστημονική προσέγγισή της.

Η  Shrodes, στη μελέτη της, κάνει για πρώτη φορά έναν διαχωρισμό ανάμεσα στα  βιβλία που μπορεί να χρησιμοποιηθούν στη Βιβλιοθεραπεία, κατατάσσοντάς τα σε δύο κατηγορίες. Η πρώτη κατηγορία περιλαμβάνει βιβλία με κείμενα διδακτικού-πληροφοριακού περιεχομένου, τα οποία είναι δυνατόν να μας βοηθήσουν να κατανοήσουμε τα κίνητρα και τη συμπεριφορά μας. Ωστόσο, επειδή απευθύνονται κυρίως στο νοητικό μας κομμάτι, εκείνο που, ως επί το πλείστον, επιτυγχάνεται, είναι η γνωστική επίγνωση. Η δεύτερη κατηγορία περιλαμβάνει βιβλία, στα οποία υπάρχει δραματική αναπαράσταση της ανθρώπινης συμπεριφοράς, όπως στη μυθοπλαστική λογοτεχνία (fiction), στην  ποίηση, στα θεατρικά έργα και στις βιογραφίες. Αυτά τα δεύτερα, σύμφωνα με την Shrodes, είναι πολύ πιο πιθανό να μας βοηθήσουν να αλλάξουμε πιο ουσιαστικά, επειδή μέσα από τη δυνατότητα αναπαράστασης που έχουν, κινητοποιούν συνολικά τον ψυχισμό μας, δημιουργώντας συναισθηματικές εμπειρίες, οι οποίες αποτελούν το αναγκαίο πλαίσιο για κάθε αποτελεσματική θεραπεία.

Η Caroline Shrodes διερεύνησε, μέσα από ένα θεωρητικό πρότυπο (model) ψυχοδυναμικής κατεύθυνσης, τον μηχανισμό της θεραπευτικής επίδρασης του βιβλίου και ιδιαίτερα  της λογοτεχνίας στον ψυχισμό του ατόμου.  Σύμφωνα με το μοντέλο της, υπάρχουν τρία βασικά στάδια στη διαδικασία της Βιβλιοθεραπείας : α) η ταύτιση (identification) του αναγνώστη με το έργο και τους χαρακτήρες/πρωταγωνιστές, τις ανάγκες, τις επιθυμίες και τις δυσκολίες τους, β) η κάθαρση (catharsis), η οποία αποτελεί μια εμπειρία συναισθηματικής ανακούφισης και λύτρωσης, λόγω της συναισθηματικής εμπλοκής του αναγνώστη και γ) η ενόραση-κατανόηση (insight), όπου το άτομο έχει την ευκαιρία να κατανοήσει τον τρόπο που ο πρωταγωνιστής διαχειρίζεται και βρίσκει λύσεις στα προβλήματα του και να βρει αναλογίες, ανάμεσα στην ιστορία και στις  δικές του εμπειρίες/θέματα.

Το θεωρητικό αυτό πρότυπο της Shrodes μάς βοήθησε στο να κατανοήσουμε καλύτερα τον τρόπο με τον οποίο επιδρά στον ψυχισμό μας η ανάγνωση της λογοτεχνίας. Παρά το γεγονός ότι στις δεκαετίες που θα ακολουθήσουν το πεδίο της Βιβλιοθεραπείας θα εμπλουτιστεί και θα διευρυνθεί σημαντικά μέσα και από άλλες προσεγγίσεις και θεωρητικά πρότυπα, η δουλειά της Caroline Shrodes παραμένει πάντα ένα σημείο αναφοράς για τον χώρο της Βιβλιοθεραπείας και για όσους θέλουν να αξιοποιήσουν θεραπευτικά την ανάγνωση των λογοτεχνικών έργων.

Καθώς η χρήση της λογοτεχνίας κέρδιζε ολοένα και περισσότερο χώρο στους τομείς τόσο της ψυχικής υγείας όσο και της εκπαίδευσης, άρχισε να γίνεται πιο σαφές ότι, για να βοηθηθούν τα άτομα να κάνουν ουσιαστικές αλλαγές στον εαυτό τους και στη ζωή τους, είναι αναγκαίο την ανάγνωση του κειμένου να διαδεχθεί γόνιμος διάλογος και διερεύνηση του υλικού, με τη βοήθεια ενός κατάλληλα εκπαιδευμένου συντονιστή (facilitator). Οπότε, άρχισε ο προβληματισμός και η συζήτηση γύρω από την εκπαίδευση του Βιβλιοθεραπευτή, τη θεωρητική του κατάρτιση, την πρακτική του εκπαίδευση και τις δεξιότητες που θα πρέπει να αναπτύξει. Τα προγράμματα Βιβλιοθεραπείας, που είχαν ήδη εφαρμοστεί σε νοσοκομεία και σε διάφορους άλλους χώρους, είχαν προσφέρει μια καλή βάση, προκειμένου ν’ αναπτυχθεί ένας γόνιμος διάλογος, με αποτέλεσμα ν’ αρχίζουν να διαμορφώνονται προγράμματα συστηματικής εκπαίδευσης στη Βιβλιοθεραπεία.

Στο σημείο αυτό, θα πρέπει να επισημάνουμε τον σημαντικότατο ρόλο που έπαιξε η Βιβλιοθηκονομία στην ανάπτυξη της Βιβλιοθεραπείας, καθώς η θεραπευτική χρήση των βιβλίων άρχισε να εφαρμόζεται από βιβλιοθηκονόμους. Επίσης, μερικά από τα μεγαλύτερα ονόματα, που συνέβαλαν στην ανάπτυξη και στην επιστημονική της θεμελίωση, προήλθαν, κυρίως,  από το χώρο της Βιβλιοθηκονομίας, ενώ σήμερα οι ενώσεις των βιβλιοθηκονόμων, με διάφορους τρόπους, στηρίζουν τη Βιβλιοθεραπεία και, γενικότερα, τη χρήση των βιβλίων με στόχο την προαγωγή της υγείας και την ψυχική ευημερία ευρύτερων ομάδων πληθυσμού.

Η αναγνώριση της Βιβλιοθεραπείας ως επαγγελματικής θεραπευτικής προσέγγισης

 Το επόμενο σημαντικό βήμα στην ιστορία της Βιβλιοθεραπείας γίνεται στις αρχές της δεκαετίας του ‘80.  Τότε είναι που η Θεραπεία μέσω Ποίησης – δηλαδή η χρήση της ποίησης ως θεραπευτικού μέσου, την οποία εισήγαγε το 1928 ο Eli Greifer – και η  Διαδραστική Βιβλιοθεραπεία, θα αποτελέσουν από κοινού, τη λεγόμενη Θεραπεία μέσω Βιβλίου/Ποίησης (Βiblio/Poetry Therapy), η οποία αργότερα  θα αναγνωριστεί επίσημα ως αυτόνομη θεραπευτική προσέγγιση, στο πλαίσιο των Θεραπειών μέσω Τέχνης (The Creative Arts Therapies).

Σήμερα η Βιβλιοθεραπεία, καθώς, ως προσέγγιση, είναι ιδιαίτερα ευέλικτη και προσαρμόσιμη,  χρησιμοποιείται, όλο και περισσότερο, από  τους ειδικούς του χώρου της ψυχικής υγείας, της εκπαίδευσης, της βιβλιοθηκονομίας και της κοινωνικής πρόνοιας, ενώ ιδιαίτερα μεγάλο ενδιαφέρον διαφαίνεται όσον αφορά στην Αναπτυξιακή Διαδραστική Βιβλιοθεραπεία.

Στo  επόμενα άρθρα θα έχουμε την ευκαιρία να γνωρίσουμε τα σημαντικότερα είδη της Βιβλιοθεραπείας, όπως αυτά καταγράφονται στις μέρες μας, καθώς και τις ιδιαίτερες εφαρμογές που μπορεί να έχουν.

[1] Crothers, S.M. (1916). A literary clinic. Atlantic Monthly, 118, 291-301

[2] Agnes, S. M. (1946). Bibliotherapy for Socially Maladjusted Children. Catholic Education Review, 44, 8-16

[3] Shrodes,  C. (1949). Bibliotherapy: A theoretical and clinical experimental study. Doctoral dissertation, University of California, Berkeley.

 

© 2016-2018  Dr Αννα Αντωνοπούλου – meta-psychology.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *